ἐριβρεμέτης

ἐρι-βρεμέτης, ου, [dialect] Ep. εω, ,
A loud-thundering,

Ζεύς Il.13.624

; of Aeschylus, Ar.Ra.814(hex.);

Διόνυσος D.P.578

, etc.; loud-roaring,

λέοντες Pi.I.4(3).46

; loud-sounding,

αὐλός AP6.195

(Arch.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐριβρεμέτης — loud thundering masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εριδρεμέτης — ἐριβρεμέτης, ὁ (Α) 1. (κυρίως για τον Δία) αυτός που βροντά ισχυρά («ἐριβρεμέτης Ζεύς») 2. αυτός που βρυχάται ισχυρά («ἐριβρεμέται λέοντες») 3. (κυρίως για μουσικό όργανο) αυτός που ηχεί ισχυρά («ἐριβρεμέτης αὐλός», Αρχίλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι… …   Dictionary of Greek

  • ἐριβρεμετᾶν — ἐριβρεμέτης loud thundering masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβρεμέτην — ἐριβρεμέτης loud thundering masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβρεμέτου — ἐριβρεμέτης loud thundering masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβρεμέτῃ — ἐριβρεμέτης loud thundering masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • ἐριβρεμέταν — ἐριβρεμέτᾱν , ἐριβρεμέτης loud thundering masc acc sg (epic doric aeolic) ἐριβρεμέτης loud thundering masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβρεμέτας — ἐριβρεμέτᾱς , ἐριβρεμέτης loud thundering masc acc pl ἐριβρεμέτᾱς , ἐριβρεμέτης loud thundering masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • FREMITUS — leoni proprius. Plin. l. 8. c. 16. Ubi saevit in viros, prius quam in feminas, fremit, Virg. Aen. l. 9. v. 341. l. 12. v. 8. Fremit ore cruento, Lucan. Civ. Bell. l. 1. v. 209. vasto et grave murmur hiatu Infremuit. Senec. in Oedipo, Act. 1.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βρέμω — (Α) Ι. 1. (για τη θάλασσα ή τον άνεμο) ηχώ με πάταγο, βουίζω 2. αντηχώ 3. (για τα όπλα) παράγω κρότο 4. (για ανθρώπους) βρίσκομαι σε έξαψη, μανιάζω II. ( ομαι) 1. κλαίω, θρηνώ 2. (για μουσικό όργανο) αναδίδω ισχυρό ήχο 3. (για ζώα) βρυχιέμαι.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.